τιτλοςενότητας
Ο Μήτσος ήταν πολύ καλό παιδί και καλή φωνή. Κούτσαινε από το ένα πόδι, έπαιζε λίγο κιθάρα και τραγούδαγε. Τον γνώρισα μετά την Κατοχή και με παρακάλεσε να τον πάρω μαζί μου να βγάζει κανένα μεροκάματο. Σαλονικιός ήταν. Λοιπόν κοίτα περίεργα πράγματα. Ενώ κούτσαινε πολύ, ξελόγιασε τη γυναίκα ενός χασάπη από τη Θεσσαλονίκη και μόλις το έμαθε ο χασάπης απειλούσε να τον σφάξει, και αυτόν και τη γυναίκα του, που είχε μωρό 2 χρονών περίπου. Φοβήθηκε ο Μήτσος και κατέβηκε στην Αθήνα. Μάλιστα ένα διάστημα τον φιλοξενούσα μαζί με τη γκόμενα και το μωρό Κουμπάρε, μ έλεγε συνέχεια. Κουμπάρε αυτό, κουμπάρε εκείνο έμεινε το κουμπάρε.
Ο Μήτσος τραγούδησε το «Όπου Γιώργος και μάλαμα».- όπως σου είπα δεν ήθελα γνωστούς τραγουδιστές για τα τραγούδια μου ήξερα ότι είναι επιτυχίες. Απόδειξη ότι αυτό το τραγούδι το τραγούδησε και το τραγουδά όλη η Ελλάδα. Ξέρει κανείς ότι το έχει πει ο Ρουμελιώτης?
Ο Μήτσος τώρα ζει κάπου στον Καναδά. Είχε έρθει μερικές φορές, μάλιστα μια φορά μου έφερε δώρο μία γραβάτα, από τα πανέρια πρέπει να ήταν... [γελάει].
Και ο πούστης ήξερε ότι εγώ ντυνόμουνα πάντα στην τρίχα. Δεν πειράζει...»

Από το 1951 και μετά αρχίζει η μεγάλη πορεία του στο Λαικό τραγούδι που περιλαμβάνει συνεργασίες με παρά πολλούς λαϊκους δημιουργούς και συνθέτες.

Το καλοκαίρι του 1954 εργάζεται με τον Τάκη Μπίνη: «Για δεύτερη συνεχόμενη σεζόν δούλεψα στον Αντώνη Βλάχο, στο Αιγάλεω. Παίζαμε έξω στην αυλή το καλοκαίρι και το φθινόπωρο μπήκαμε μέσα γιατί άρχισε το κρύο. Τη δεύτερη αυτή σεζόν στου «Βλάχου», έφυγε η Μπέλλου και στη θέση της είχα πάρει τον πολύ καλό τραγουδιστή Μήτσο Ρουμελιώτη, που τότε είχε κάνει τη μεγάλη επιτυχία του Γιώργου Μητσάκη «Όπου Γιώργος και μάλαμα». (Τάκης Μπίνης – Βιος ρεμπέτικος. Εκόσεις Ντέφι 2004, σελ 275)

ΟΠΟΥ ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΜΑΛΑΜΑ

Όσο αγαπώ τη μάνα μου αγάπησα κι εσένα
Όσα είχα και δεν είχα μου τα μάσησες
Και μπατίρη στο φινάλε με παράτησες

Δε βαριέσαι δεν πειράζει χαλάλι σου
Συ μια μέρα θα χτυπήσεις το κεφάλι σου
Μα η δική μου η καρδιά δεν έχει αντάλλαγμα
Όπου Γιώργος και μάλαμα

Μόνο εγώ σε πόνεσα και στα ‘χω δώσει όλα
Κι αν για σένα και φαρμάκια εγώ έπινα
Την ψυχή μου να ζητούσες θα στην έδινα

Το 1955 βρίσκεται στα «κουνέλια» του Στελλάκη όπου συνεργάζεται με το πρωτοεμφανιζόμενο μπουζουξή Κώστα Παπαδόπουλο. Ο Παπαδόπουλος αφηγείται γι’ αυτήν την συνεργασία: «Τους μουσικούς δεν τους θυμάμαι καθόλου. Τους μόνους που θυμάμαι, εκτός από τον Στελλάκη, είναι τον Νάσο τον Μάκρη, που τραγουδούσε και που με πήγε και στη δουλειά, και τον Δημήτρη Ρουμελιώτη. Αυτό ήτανε το συγκρότημα.» και συνεχίζει για τον Ρουμελιώτη: «Ο Ρουμελιώτης είχε κάτι από το τραγούδι, τον τρόπο και το μέταλλο τραγουδιού του Γρηγόρη του Μπιθικώτση. Ήταν έτσι στεγνός τραγουδιστής, καθόλου μπελκάντο. Ήτανε ωραίος λαϊκός τραγουδιστής. Και είχε και κάτι το μοντέρνο μες στο τραγούδι του, χωρίς να ενοχλεί βέβαια. Είχε και δισκογραφία τότε εκείνος..


σελίδα 1 | 2 | 3 | 4 | 5